Άλλη μία πρωτοποριακή απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης

ΝΟΜΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: «Άλλη μία πρωτοποριακή απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης».

******

Α/ Σήμερα είμαι σε θέση να προβώ στην δημοσίευση μίας πρωτοποριακής ποινικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, η οποία εδράζεται στον νέο ποινικό κώδικα και την νέα ποινική δικονομία και αφορά αντιρρήσεις ως προς την εκτελεστότητα παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεως οχήματος, η οποία επιβλήθηκε σε καταδικασθέντα που κατηγορείτο ότι οδηγούσε υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας (καρβοξυλικού οξέως που αποτελεί μεταβολίτη της κάνναβης).

Β/ Το ιστορικό της ποινικής υποθέσεως έχει ως εξής εν συντομία:

1/ Ο Χ.Μ. κατηγορήθηκε ότι κατελήφθη στην Σπάρτη την 21 – 02 – 2014 να οδηγεί το αυτοκίνητό του (ΙΧΕ) υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας και συγκεκριμένα της ουσίας 11 – nor – Δ9 – THC – 9 – καρβοξυλικό οξύ που αποτελεί μεταβολίτη της ουσίας Δ9 – τετραυδροκανναβινόλης, η οποία με την σειρά της είναι δραστικό συστατικό της ινδικής καννάβεως. Κατηγορήθηκε ότι παραβίασε το άρθρο 25 παρ. 1 Ν 4139/013 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

2/ Το πρώτο δικαστήριο έγινε στην Σπάρτη την 28 – 11 – 2017 όπου και καταδικάστηκε με ελαφρυντικά 84 2 α και 84 2 γ Ποινικού Κώδικος (πρότερου έντιμου βίου και μη ταπεινών αιτών) σε κύρια ποινή φυλακίσεως 5 μηνών ανασταλείσα επί 3ετία και σε παρεπόμενη ποινή αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεως για 2 χρόνια.

3/ Άσκησε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, η οποία εκδικάστηκε την 07 – 02 – 2019 και εκδόθηκε επ’ αυτής η υπ’ αρ. 122/07 – 02 – 2019 τελεσίδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας καταδικάστηκε εκ νέου σε κύρια ποινή φυλακίσεως 2 μηνών, ανασταλείσα επί 3ετία καθώς και σε παρεπόμενη ποινή αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεως για 2 χρόνια.

4/ Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης ο εντολέας μου άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου αφ’ ενός μεν για εσφαλμένη ερμηνεία άλλως εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αφ’ ετέρου δε για έλλειψη ειδικής κατά το Σύνταγμα αιτιολογίας. Η αναίρεσή του πρόκειται να εκδικασθεί την 17 – 09 – 2019. Επιπλέον άσκησε και πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με έναν επιπλέον αναιρετικό λόγο αυτόν της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβιάσεως του υπερασπιστικού του δικαιώματος για δίκαιη δίκη από την στιγμή που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε εμπεριστατωμένα στους αυτοτελείς άλλως αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του.

5/ Ο εντολέας μου τόσο πρωτοβαθμίως όσο και δευτεροβαθμίως είχε προβάλει τους κάτωθι αρνητικούς της κατηγορίας άλλως αυτοτελείς ισχυρισμούς: «Ζητώ την απαλλαγή μου για την κατηγορία της οδήγησης υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας για τους εξής λόγους: Κρίσιμο στοιχείο για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος είναι η οδήγηση υπό την επήρεια των ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή η επίδραση των εν λόγω ουσιών στον οργανισμό και την ικανότητα του οδηγού ώστε αυτός να καθίσταται δυνητικώς επικίνδυνος. Η επίδραση της ναρκωτικής ουσίας στον οργανισμό του οδηγού και εντεύθεν στην οδηγική ικανότητα του δράστη προϋποθέτει υποχρεωτικώς την χρήση της ναρκωτικής ουσίας, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτήν. Μόνη δηλαδή η χρήση ναρκωτικής ουσίας σε κάποια προγενέστερη της οδήγησης χρονική στιγμή δεν θεμελιώνει αφ’ εαυτής την αξιούμενη στον νόμο επίδραση. Αντιθέτως είναι αναγκαίο να διαπιστώνεται in cocreto ότι ο οδηγός όχι μόνο έκανε (κάποτε!!!) χρήση ναρκωτικής ουσίας αλλά ότι αυτή είχε ενεργό επίδραση στον οργανισμό του και επηρέαζε την οδηγική του ικανότητα κατά τον χρόνο που κατελήφθη να οδηγεί. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε την αποδέσμευση της στοιχειοθέτησης του αδικήματος από την επίδραση του ναρκωτικού, θα το είχε προβλέψει ρητώς (Ιδ. σχετικώς Στέφανο Παύλου, «Ναρκωτικά – Δογματικά και Ερμηνευτικά Προβλήματα των Ποινικών Διατάξεων του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά – Κ.Ν.Ν./Ν. 3459/2006, σελ. 149). Η «επίδραση του ναρκωτικού» μόνον ως παρούσα λειτουργική επενέργεια του ναρκωτικού στον οργανισμό του δράστη, που μειώνει την επάρκεια του ως οδηγού μπορεί να νοηθεί, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για περίπτωση χρήσεως του ναρκωτικού από έναν περιστασιακό χρήστη ή ένα εξαρτημένο ή μη πρόσωπο. Μόνον εφόσον διαπιστωθεί τέτοιου είδους επήρεια από τη χρήση, μπορεί να στοιχειοθετηθεί το ως άνω αδίκημα. (Ιδ. ενδεικτικώς την υπ’ αριθμ. 66/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως συνημμένο 1 και τις εκεί αναφερόμενες υπ’ αριθμ. 1359/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου και υπ’ αριθμ. 467/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης). Συνεπώς δεν αρκεί η κατανάλωση μιας ναρκωτικής ουσίας για να θεμελιωθεί η «επίδραση» της συγκεκριμένης ουσίας στον οδηγό κατά την οδήγηση. Η «επίδραση» που απαιτεί ο νόμος πρέπει να προκύπτει από άλλα αξιόπιστα και αντικειμενικά κριτήρια όπως είναι η σχετική ιατρική έκθεση. Εν προκειμένω: Την 21 – 02 – 2014 και ώρα 16:30μμ.μ (κατά την οποία υπεβλήθην σε έλεγχο από αστυνομικό στην οδός Κων/νου Παλαιολόγου Σπάρτης) δεν οδηγούσα υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, διότι δεν είχα κάνει χρήση κάνναβης την ημέρα που συνελήφθην. Στην εξέταση μου ενώπιόν του Α.Τ. Περιφερείας Σπάρτης την ιδία ημέρα κατέθεσα ότι χρήση κάναβης είχα κάνει την 20 – 02 – 2014 πρωινές ώρες, όπως επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του αστυνομικού οργάνου. Είχα κάνει χρήση μισού τσιγαριλικίου ινδικής κάνναβης αναμεμειγμένο με καπνό. Με δεδομένο ότι η επίδραση της ινδικής κάνναβης κορυφώνεται στα είκοσι (20) λεπτά περίπου μετά το κάπνισμα και διαρκεί για 2 – 3 ώρες μετά από αυτό, ενώ η ανίχνευσή της στον οργανισμό σε ποσότητα θετική (μεγαλύτερη των 135 ml) γίνεται στο αίμα έως και δύο (2) εβδομάδες μετά την χρήση, στα ούρα έως και τριάντα (30) ημέρες μετά την χρήση και στα μαλλιά έως και ενενήντα (90) ημέρες μετά την χρήση, αντιληπτό καθίσταται ότι είναι άλλο πράγμα η χρήση ναρκωτικής ουσίας και άλλο πράγμα η οδήγηση υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται επιστημονικά και με συγκεκριμένα στοιχεία καταγγελλόμενης επικίνδυνης οδηγικής συμπεριφοράς, στοιχεία που στην περίπτωσή μου δεν υφίστανται. Ως εκ τούτου ζητώ την απαλλαγή μου διότι δεν υπάρχει ιατρική έκθεση, η οποία να βεβαιώνει ότι κατά το χρόνο του ελέγχου ήμουν υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας».

6/ Η αναίρεση που ο εντολέας μου άσκησε κατά της 122/07 – 02 – 2019 αποφάσεως είχε ως εξής: «ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ Ή ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ (κατ’ άρθρο 510 Ε’ ΚΠΔ): Κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 ν 4139/2013: 1. Με φυλάκιση τουλάχιστον πέντε (5) μηνών και με χρηματική ποινή 1000 ευρώ μέχρι 15.000 ευρώ καθώς και με στέρηση από δύο (2) έως πέντε έτη της άδειας οδήγησης …. τιμωρείται όποιος οδηγεί ….. οποιοδήποτε χερσαίο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών». Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) οδήγηση χερσαίου μεταφορικού μέσου. β/ Η οδήγηση αυτή να γίνεται υπό την επίδραση ναρκωτικών, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός επιδράσεως στον οργανισμό του οδηγού, ούτε εάν αυτός είναι ή όχι εξαρτημένος (τοξικομανής) ή απλός ή περιστασιακός χρήστης. Δεν είναι αρκετό ο οδηγός να είναι απλός τοξικομανής ή να κάνει κατά καιρούς χρήση ναρκωτικών, αλλά πρέπει κατά τον χρόνο της οδήγησης να τελεί υπό την ενεργό επίδραση ναρκωτικής ουσίας (ΠεντΕφΝαυπλ 66/2005 Νοβ 2006, 913, Τριμ. ΕφΚακΘεσ 154/1998 ΠοινΔικ 1999, 636). Έτσι δεν τελεί το αδίκημα αυτός που είχε κάνει χρήση την προηγούμενη ημέρα ή πριν από δύο – τρεις ημέρες (ΤριμΠλημΤρικ 319/2006 ΠοινΔικ 2007, 1269). Υποκειμενικά απαιτείται δόλος αρκεί δε και ενδεχόμενος (ΑΠ 2236/2006 ΤΝΠ Δ.Σ.). Εν προκειμένω, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, κατέστη σαφές, ότι την 21 – 02 – 2014 δεν οδηγούσα υπό την επίδραση κάνναβης το υπ’ αρ. ΖΚΒ – 4291 ΙΧΕ αυτοκίνητο, η παραδοχή δε τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης ότι «η ανίχνευση στις τοξικολογικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το εργαστήριο τοξικολογίας της Διεύθυνσης εγκληματολογικών ερευνών σε δύο δείγματα βιολογικών υγρών μου (αίμα και ούρα) που αποτελούν και την παραδεδεγμένη μέθοδο ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών 11 – nor – Δ9 – TCH – 9 – καρβολικού οξέως που αποτελεί μεταβολίτη της Δ9 – τετραυδροκανναβινόλης, η οποία είναι δραστικό συστατικό της ινδικής καννάβεως, καταφάσκει την τέλεση του εν λόγω αδικήματος», αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία, άλλως εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αφού το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, απέδωσε με την εσφαλμένη ανωτέρω παραδοχή του – αιτιολογία του στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 Ν 4139/2013 έννοια τελείως διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ταυτίζοντας την χρήση κάνναβης απ’ τον οδηγό σε προηγούμενο χρόνο ήτοι πρωινές ώρες της 20 – 02 – 2014 (μία και μισή ημέρα πριν την 21 – 02 – 2014) με την επίδρασή της στην οδηγική ικανότητα του χρήστη απογευματινές ώρες της 21 – 02 – 2014, με μόνη την ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών στο αίμα και στα ούρα μου, κάτι που αποδεικνύει το ποινικό αδίκημα που περιγράφεται νομοτυπικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 Ν 4139/2013 και όχι του άρθρου 25 παρ. 1 Ν 4139/2013. Άλλως εσφαλμένα εφήρμοσε το άρθρο 25 παρ. 1 Ν 4139/2013 μη υπαγάγοντας ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι υφίστανται (ανίχνευση μεταβολίτη κάνναβης στο αίμα και στα ούρα μου) εις την προσήκουσα ουσιαστική ποινική διάταξη που είναι αυτή του άρθρου 29 παρ. 1 Ν 4139/2013 και όχι αυτή του άρθρου 25 παρ. 1 Ν 4139/2013. Προς επίρρωση των ισχυρισμών μου αξίζει να αναφερθεί ότι εξ’ ουδεμίας ιατρικής εκθέσεως πιστοποιήθηκε ότι εγώ οδηγούσα υπό την επίδραση ινδικής κάνναβης την 21 – 02 – 2014 το απόγευμα κατά την οδήγηση του οχήματός μου από Αθήνα προς Σπάρτης». Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι: «ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (κατ’ άρθρο 510 Δ’ ΚΠΔ): Η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. αιτιολογίας θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως όταν το Δικαστήριο δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, συγκεκριμένο τρόπο, συστηματικότητα, χωρίς αντιφάσεις, ελλείψεις και λογικά κενά: α. Τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του προς συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος, β. Τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και γ. Τους συλλογισμούς υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς αλλά και τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του κατηγορουμένου σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου. Είναι δε αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί αυτοί που έχουν να κάνουν με την άρνηση της πλήρωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του υπό κατηγορία ποινικού αδικήματος, αυτοτελείς δε εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί (αρνητικοί ή αυτοτελείς) να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εν προκειμένω, ο ανωτέρω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός μου περί μη πληρώσεως της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 Ν 4139/2013, προεβλήθη όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά και της πρωτοδίκου αποφάσεως με πληρότητα κατά τρόπο ορισμένο και καθόλου αόριστα από εμένα, κατά τα όσα με λεπτομέρεια ανωτέρω αναφέρονται ερειδόμενος σε πραγματικά περιστατικά και στα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τις επιταγές του Ν 4139/2013 και του ΚΠοινΔ, τα οποία απεδείχθησαν περαιτέρω, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εξ εγγράφων και μαρτύρων. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, όφειλε να αιτιολογήσει ειδικώς κατά την έννοια των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., την απόρριψη του ως άνω αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού μου. Αντιθέτως τον απέρριψε χωρίς καμιά ειδική αιτιολογία άλλως με ανεπαρκή, αντιφατική και σε κάθε περίπτωση μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τούτο παρά το ότι ουδέν συγκεκριμένο στοιχείο είχε προκειμένου να στοιχειοθετήσει και αποδείξει οδήγηση του οχήματός μου υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας (κάνναβης), πολλώ δε μάλλον χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς την απορριπτική κρίση του ως προς τον ανωτέρω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό μου. Ομοίως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, στα πλαίσια των ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντων και υπό του νόμου επιτασσομένων, εντοπίζεται και στην κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας περί τη υπαιτιότητάς μου, ως προς την τέλεση της αποδιδόμενης σε βάρος μου πράξεως και δη με τη μορφή του φυσικού αυτουργού. Συνεπώς συντρέχουν αμφότεροι οι ανωτέρω δύο λόγοι αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη αφ’ ενός μεν αυτός της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως στην οποία έχει υποπέσει το εκδώσαν την υπό κρίση απόφαση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, αφετέρου δε της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλει το σύνταγμα για την απόδειξη της ενοχής μου για την πράξη της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 Ν 4139/2013».

7/ Η ποινική δίκη ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έλαβε χώρα πριν την εφαρμογή των νέων κωδίκων (Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) δηλαδή πριν την 1 – 07 – 2019.

8/ Με την έκδοση της 122/07 – 02 – 2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης ο εντολέας μου παρά την άσκηση αναιρέσεως εντός 10 ημερών από της δημοσιεύσεώς της, βρέθηκε στην δυσάρεστη θέση να απειλείται με την εκτέλεση σε βάρος του της παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως του διπλώματός του, διότι η άσκηση αναίρεσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της παρεπόμενης σύμφωνα με το άρθρο 471 παρ. 2 εδ. α Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

9/ Μόνη διέξοδος γι’ αυτόν ήταν να ασκήσει ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατά το άρθρο 471 παρ. 2 εδ. β, γ Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και να ζήσει την αναστολή εκτελέσεως της παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεώς του έως εκδόσεως αποφάσεως επί της αναιρέσεώς του. Πράγματι ο εντολέας μου άσκησε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υπ’ αρ. 122/07 – 02 – 2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, η οποία όμως απερρίφθη με την υπ’ αρ. 481/16 – 05 – 2019 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου. Η απόρριψη στηριζόταν στο σκεπτικό ότι ο παλιός Ποινικώς Κώδικας που ίσχυε την 16 – 05 – 2019 και το άρθρο 104 παρ. 2 αυτού, δεν επέτρεπε την αναστολή εκτελέσεως της παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεως, μαζί με την αναστολή της κύριας ποινής φυλακίσεως που είχε επιβληθεί στον εντολέα μου. Ο τότε Ποινικός Κώδικας σιωπούσε σχετικά με το κρίσιμο θέμα της συναναστολής των παρεπόμενων ποινών μαζί με την κύρια ποινή που ανεστάλη διότι προέβλεπε συναναστολή μόνο μίας παρεπόμενης ποινής και συγκεκριμένα αυτής που αφορούσε στερήσεις δικαιωμάτων και ανικανότητες (βλ. παλιό άρθρο 104 παρ. 2 Ποινικού Κώδικα).

10/ Μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναστολής του εντολέα μου που έλαβε χώρα την 16 – 05 – 2019 παρηγγέλθη μέσω της επιφορτισμένης με την εκτέλεση της υπ’ αρ. 122/07 – 02 – 2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης Εισαγγελικής αρχής, η εκτέλεση της παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως του διπλώματός του για 2 έτη και του ζητήθηκε να το παραδώσει στο Α.Τ. του τόπου της κατοικίας του όπερ και έπραξε. Η εκτέλεση της ανωτέρω παρεπόμενης ποινής άρχισε τον Μάιο του 2019 και συνεχίστηκε έως την 04 – 09 – 2019 που του αποδόθηκε εκ νέου για τους λόγους που αμέσως κατωτέρω αναπτύσσονται.

11/ Πράγματι την 01 – 07 – 2019 – ως γνωστό στον νομικό κόσμο – άρχισε να ισχύει ο νέος ποινικός κώδικας και η νέα ποινική δικονομία. Πρόκειται για τους νόμους 4619/2019 και 4620/2019.

12/ Κατά την μελέτη των δύο αυτών κωδίκων διαπίστωσα ότι εμπεριέχουν σαφώς ευμενέστερες διατάξεις σε σχέση με τους παλιούς και καταργηθέντες από 01ης – 07 – 2019 κώδικες που μου επέτρεπαν να εισαγάγω υπέρ του πελάτη μου ενώπιον της Εισαγγελικής Αρχής Σπάρτης και εν συνεχεία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης αντιρρήσεις περί την εκτελεστότητα της υπ’ αρ. 122/07 – 02 – 2019 μη αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, κατά το άρθρο 562 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τις οποίες να ζητήσω την διακοπή της εκτελέσεως της ανωτέρω παρεπόμενης ποινής του, λόγω κατάργησης της παρεπόμενης ποινής του άρθρου 25 παρ. 1 Ν 4139/2013 σύμφωνα με το άρθρο 463 παρ. 5 νέου Ποινικού Κώδικα, άλλως λόγω συναναστολής της με την κύρια ποινή φυλακίσεως που του επεβλήθη και ανεστάλη επί 3ετία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 104 παρ. 2 νέου Ποινικού Κώδικα.

13/ Η κα Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Σπάρτης απέρριψε τις αντιρρήσεις του εντολέα μου με την υπ’ αρ. 50/2019 εισαγγελική της διάταξη ισχυριζόμενη ότι από την στιγμή που είχε αρχίσει η εκτέλεση της παρεπόμενης ποινής πριν την 01 – 07 – 2019 δεν υπήρχε έδαφος διακοπής εκτελέσεώς της, από την 01 – 07 – 2019 και εφ’ εξής.

14/ Θεωρώντας ότι η υπ’ αρ. 50/2019 διάταξη πάσχει από νομικής πλευράς υπέβαλα ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε την ανωτέρω παρεπόμενη ποινή αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεως, τις από 16 – 08 – 2019 αντιρρήσεις του εντολέα μου οι οποίες έχουν επί λέξει ως εξής:

«Ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης

Δια της Αξιοτίμου κυρίας Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Σπάρτης

Αντιρρήσεις καταδικασθέντος με τελεσίδικη απόφαση σχετικές με την διακοπή εκτέλεσης, άλλως την αναστολή εκτέλεσης παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας ικανότητας οδηγήσεως που του επιβλήθηκε για παράβαση άρθρου 25 Ν. 4139/2013 (άρθρο 562 Κ.Ποιν.Δ, 463 παρ. 5 Π.Κ., 104 παρ. 2 Π.Κ., 2 παρ. 1 Π.Κ., 59 Π.Κ., 66 Π.Κ.) .

Χ. Μ. του Γ. κατοίκου …………………………………. με ΑΦΜ …………………/ ΔΟΥ ……………….. και Α.Δ.Τ. …………../……… Α.Τ..

ΚΑΤΑ

Της υπ’ αριθμ. 50/12-08-2019 εισαγγελικής διατάξεως της κυρίας Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Σπάρτης που εκδόθηκε κατ’ άρθρο 562 Κ.Ποιν.Δ. κατόπιν ασκήσεως των από 02-08-2019 και 05-08-2019 αντιρρήσεών μου, αλλά και ως αυτοτελές δικόγραφο αντιρρήσεων υποβαλλομένου.

1) Δυνάμει του από 12/03/2014 κλητηρίου θεσπίσματος του Κυρίου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικείου Σπάρτης παραπέμφθηκα ως κατηγορούμενος ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικών Σπάρτης για παράβαση άρθρων 29 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Ν. 4139/2013, ήτοι για προμήθεια, κατοχή και χρήση μικροποσότητας ινδικής κάνναβης και για οδήγηση χερσαίου μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση κάνναβης.

2) Κατά την εκδίκαση των ανωτέρω κατηγοριών την 28-11-2017 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1902/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, δυνάμει της οποίας, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία της παράβασης άρθρου 29 παρ. 1 Ν. 4139/2013 έπαυσε υφ’ όρο η σε βάρος μου ποινική δίωξη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 Ν.4411/2016, δεδομένου ότι ο χρόνος τέλεσης των πράξεών μου ήταν ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος του 2014, ενώ όσον αφορά την κατηγορία της οδήγησης υπό την επίδραση κάνναβης, καταδικάστηκα, παρά την αθωωτική Εισαγγελική πρόταση με ελαφρυντικά 84 παρ. 2 α΄ και 84 παρ. 2 β’ Π.Κ. σε κύρια ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών με τριετή αναστολή και σε παρεπόμενη ποινή αφαιρέσεως της αδείας ικανότητός μου ως οδηγού αυτοκινήτου για δύο (2) έτη.

3) Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησα έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 122/07-02-2019 τελεσίδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας καταδικάστηκα σε κύρια ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών ανασταλείσα επί τριετία και σε παρεπόμενη ποινή αφαιρέσεως της αδείας ικανότητος μου ως οδηγού αυτοκινήτου για δύο (2) έτη.

4) Στην συνέχεια άσκησα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του Αρείου Πάγου κατ’ άρθρον 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την από 14/02/2019 αναίρεσή μου κατά της ανωτέρω τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 1/2019 έκθεση αναιρέσεως η οποία πρόκειται να συζητηθεί ενώπιον του οικείου ποινικού τμήματος τη δικάσιμο της 17/9/2019 μετά των προσθέτων λόγων αυτής, τους οποίους νομοτύπως και εμπροθέσμως πρόκειται να ασκήσω κατ’ εφαρμογή του άρθρου 509 νέου Κ.Ποιν.Δ (Ν.4620/2019)

5) Ως γνωστό από 01/07/2019 ισχύουν οι νόμοι 4619/2019 και 4620/2019 ήτοι ο νέος ποινικός κώδικας και η νέα ποινική δικονομία που ψηφίστηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων την 11/06/2019 (ΦΕΚ Α΄ 95/11/6/2019 και ΦΕΚ Α΄ 96/11/6/2019)

6) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019 ) «αν από την τέλεση την πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019 διευκρινίζεται ότι ο επιεικέστερος νόμος είναι αυτός που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο αυτό υιοθετείται πλέον νομοθετικά η άποψη που επικρατεί τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία σχετικά με το περιεχόμενο που έχει η αρχή αυτή στο ποινικό δίκαιο. Ειδικότερα αυτό που ενδιαφέρει, δεν είναι αν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες για αυτόν.

Έτσι είναι πιθανό να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένη περίπτωση, διατάξεις διαφορετικών νόμων. Μπορεί λ.χ. να εφαρμόζεται νεότερη διάταξη που προβλέπει μικρότερη απειλούμενη ποινή μαζί με διάταξη παλαιότερου νόμου που προβλέπει μετατροπή της μεγαλύτερης ποινής (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4619/2019 άρθρο 2).

7) Στο άρθρο 59 νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) ορίζονται οι παρεπόμενες ποινές μεταξύ των οποίων είναι και η αφαίρεση αδείας οδηγήσεως ή εκμεταλλεύσεως μεταφορικού μέσου η οποία επιβάλλεται κατά το άρθρο 66 νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) αν ο υπαίτιος διέπραξε έγκλημα που έχει άμεση σχέση με την οδήγηση ή εκμετάλλευση μεταφορικού μέσου και εφόσον του επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Τότε το δικαστήριο μπορεί (δεν υποχρεούται) να διατάξει την αφαίρεση της αδείας οδηγήσεως του καταδικασθέντος για το μεταφορικό του μέσο, για χρονικό διάστημα από ένα (1) μήνα έως ένα (1) έτος.

8) Κατά το άρθρο 12 νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) «οι διατάξεις του γενικού μέρους του Π.Κ. εφαρμόζονται και σε αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους, αν αυτοί δεν ορίζουν διαφορετικά με ρητή διάταξή τους».

Κατά την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 12 Ν. 4619/2019 αναφέρεται ότι η υπαγόρευσή του, οφείλεται στην ανάγκη ενότητας των ποινικών νόμων η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, της δικαιοκρατικής δηλαδή εγγύησης της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας.

9) Περαιτέρω κατά το άρθρο 463 παρ. 5 Π.Κ. (μεταβατικές διατάξεις Ν. 4619/2019) ορίζεται ότι «από την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα, καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν».

10) Ένας τέτοιος ειδικός ποινικός νόμος που προέβλεπε παρεπόμενη ποινή αφαιρέσεως αδείας ικανότητας οδηγήσεως που καταργήθηκε με το άρθρο 463 παρ. 5 νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) είναι ο Ν. 4139/2013 και το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο αυτού, ο οποίος προέβλεπε παρεπόμενη ποινή στερήσεως από δύο (2) έως πέντε (5) έτη της αδείας ικανότητος ή του οικείου διπλώματος όποιου οδηγεί χερσαίο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, ανεξαρτήτως του ύψους της κυρίας ποινής (βλέπε άρθρο 66 νέου Π.Κ. στο οποίο η εν λόγω παρεπόμενη ποινή επιβάλλεται από 01-07-2019 μόνο δυνητικά και εφόσον επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών).

11) Περαιτέρω στο νέο άρθρο 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. ορίζεται και διευκρινίζεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019 ότι οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή (αν δεν μεσολαβήσει ανάκληση ή άρση αυτής). Με την τροποποίηση αυτή επιχειρείται να δοθεί τέλος στην αμφισβήτηση που υπήρχε στην πράξη, αν η αναστολή της κυρίας ποινής αφορούσε και την παρεπόμενη ποινή της δήμευσης και κατ’ αναλογία την παρεπόμενη ποινή του άρθρου 66 νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019). Είναι σαφές ότι το νέο άρθρο 104 παρ. 2 Π.Κ. (Ν. 4619/2019) που ήδη ισχύει από 01/07/2019 είναι διαφορετικό ως προς τη δομή του από το προηγούμενο άρθρο 104 παρ. 2 του παλαιού Π.Κ. .

12) Εννοείται ότι το άρθρο 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. δεν αναφέρεται μόνο στις παρεπόμενες ποινές που επιβάλλει το δικαστήριο μετά την 01/07/2019 αλλά εφαρμόζεται από 01/07/2019 και εφεξής:

α) Στις παρεπόμενες ποινές που είχαν ήδη επιβληθεί πριν την 01/07/2019 βάσει διατάξεων ειδικών ποινικών νόμων με αποφάσεις οι οποίες δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες έως τότε και οι οποίες (διατάξεις ειδικών ποινικών νόμων) μετά την 01/07/2019 έχουν ρητά καταργηθεί κατ’ άρθρο 463 παρ. 5 Ν. 4619/2019.

β) Στις παρεπόμενες ποινές που επιβλήθηκαν πριν την 01-07-2019 και έχουν συνανασταλεί από 01-07-2019 μαζί με την ανασταλείσα κύρια ποινή κατά άρθρο 104 παρ. 2 νέου Π.Κ..

13) Εν προκειμένω και εις ό,τι με αφορά: Με την 122/07-02-2019 τελεσίδικη απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, η οποία δεν είναι αμετάκλητη διότι έχει ασκηθεί αναίρεση εναντίον της άρα καταλαμβάνεται από τον νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019) και τα άρθρα 2 παρ. 1, 12, 57, 66, 104 παρ. 2 και 463 παρ. 5 αυτού , καταδικάστηκα σε κύρια ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για παράβαση άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 4139/2013 ανασταλείσα επί τριετία, καθώς και σε παρεπόμενη ποινή αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδηγήσεως μου για δύο (2) έτη.

14) Οι ανωτέρω ποινές (κύρια και παρεπόμενη) μου επιβλήθηκαν πριν την 01/07/2019 δηλαδή σε χρόνο που δεν ίσχυε ο ευμενέστερος δια εμέ Ν. 4619/2019 (νέος Π.Κ.).

15) Από την 01/07/2019 οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος ποινικός κώδικας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 5 αυτού, κατηργήθη ρητώς η διάταξη του ειδικού ποινικού Ν. 4139/2013 όσον αφορά την παρεπόμενη ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 25παρ.1εδάφιο τελευταίο αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, από 01/07/2019 και έως την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως μου από τον Άρειο Πάγο, ενώπιον του οποίου πρόκειται να συζητηθεί την 17-09-2019 η αναίρεσή μου κατά της υπ’ αριθμ. 122/7-02-2019 αποφάσεως του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, ισχύουν κατ ’άρθρον 2 παρ. 1 Π.Κ. τα άρθρα 57, 66 και 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) που ορίζουν ποιες είναι οι παρεπόμενες ποινές (άρθρο 57 Π.Κ.), ποιες είναι οι προϋποθέσεις επιβολής της παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας ικανότητος οδηγήσεως (άρθρο 66 Π.Κ.) και κυρίως ότι αναστέλλεται στο σύνολό της (άρθρο 104 παρ. 2 Π.Κ.) υποχρεωτικά μαζί με την κύρια ποινή που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα εφόσον του χορηγήθηκε αναστολή εκτελέσεως για αυτήν (κύρια ποινή).

16) Κατά το άρθρο 545 Κ.Ποιν.Δ. (Ν. 4620/2019) «η καταδικαστική απόφαση και κάθε διάταξη του δικαστή ή του εισαγγελέα εκτελείται μόλις γίνει αμετάκλητη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά σε ειδικές περιπτώσεις».

Κατά το άρθρο 549 Κ.Ποιν.Δ. «για την εκτέλεση της απόφασης φροντίζει αυτεπαγγέλτως ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου που την έχει εκδώσει».

17) Η υπ’ αριθμ. 122/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, παρά την αναστολή εκτελέσεως της κύριας ποινής που μου επεβλήθη έχει εκτελεστεί εναντίον μου – καίτοι μη αμετάκλητη – όσον αφορά την παρεπόμενη ποινή της αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεως αυτοκινήτου για δύο (2) έτη, διότι ως γνωστό, μόνη η άσκηση αναιρέσεως δεν αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής κατ’ άρθρο 471 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. .

Παρά δε το γεγονός ότι υπό την ισχύ του παλαιού Π.Κ. άσκησα αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατ’ άρθρο 471 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. κατά της υπ’ αριθμ. 122/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης -όσον αφορά την παρεπόμενη ανωτέρω ποινή- η αίτηση μου απορρίφθηκε, με την υπ’ αριθμ. 481/16-05-2019 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, υπό την επίκληση του παλαιού άρθρου 104 παρ. 2 Π.Κ. που δεν επέτρεπε την αναστολή εκτελέσεως παρεπόμενων ποινών, εκτός αυτής που αφορούσε στερήσεις και ανικανότητες προς διατήρηση ή απόκτηση αξιωμάτων και δημοσίων θέσεων.

18) Κατά το άρθρο 562 Κ.Ποιν.Δ. ως ισχύει από 01/07/2019 (Ν. 4620/2019) «κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντα σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, λύεται από τον αρμόδιο κατ’ άρθρο 549 Κ.Ποιν.Δ. Εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος, επιλαμβάνεται το δικαστήριο των Πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή».

19) Θεωρώντας ότι η τότε κυρία Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Σπάρτης Παναγιώτα Μπαλαδήμα ήταν αρμόδια κατ’ άρθρο 562 Κ.Ποιν.Δ. να κρίνει τις εδώ αμφιβολίες-αντιρρήσεις μου όσον αφορά την μη εκτέλεση άλλως (κατ’ ακριβολογία) την μη συνέχιση εκτέλεσης της υπ’ αριθμ. 122/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης ως προς την έκτιση από εμένα της παρεπόμενης ποινής που μου επιβλήθηκε με αυτήν- από τη στιγμή που κατ΄ εφαρμογή του ισχύοντος από 01/07/2019 νέου ποινικού κώδικα και των άρθρων 463 παρ. 5 και 2 παρ. 1 αυτού έχει καταργηθεί η διάταξη περί παρεπόμενης ποινής του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο Ν. 4139/2013 βάσει της οποίας μου επιβλήθηκε, άλλως από τη στιγμή που σε κάθε περίπτωση η εκτέλεση της παρεπόμενης εναντίον μου ανωτέρω ποινής έχει συνανασταλεί κατ’ άρθρο 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. μαζί με την κύρια ποινή που μου επεβλήθη με την ίδια ανωτέρω απόφαση- υπέβαλλα προς αυτή τις από 02-08-2019 και 05-08-2019 αμφιβολίες και αντιρρήσεις μου ζητώντας να αποφανθεί περί της άρσεως, άλλως περί της ανακλήσεως, άλλως περί της μη συνεχίσεως εκτελέσεως της ανωτέρω παρεπόμενης ποινής που μου επιβλήθηκε βάσει του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 4139/2013, αφενός μεν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 5 νέου Π.Κ., δυνάμει του οποίου καταργήθηκε η παρεπόμενη ποινή που προβλέπεται στον ανωτέρω ειδικό ποινικό νόμο, αφετέρου δε διότι σε κάθε περίπτωση η εν λόγω παρεπόμενη ποινή έχει συνανασταλεί κατ΄ άρθρο 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. μαζί με την ανασταλείσα επί τριετία κυρία ποινή που μου επεβλήθη με την ίδια ανωτέρω απόφαση.

20) Επί των ανωτέρω αμφιβολιών και αντιρρήσεών μου εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 50/2019 εισαγγελική διάταξη δυνάμει της οποίας η ανωτέρω Αντεισαγγελέας με ένα εντελώς εσφαλμένο σκεπτικό τις απέρριψε, χωρίς να λάβει υπόψη της, τις ανωτέρω ισχύουσες και παρατιθέμενες από εμένα διατάξεις του νέου Π.Κ. και ειδικότερα χωρίς να λάβει υπόψη της την εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου 4619/2019 και των άρθρων 463 παρ. 5 και 104 παρ. 2 αυτού σε συνδυασμό με άρθρα 2 παρ. 1, 59 και 66 αυτού (νέου Π.Κ.), αποφανθείσα ότι η εκτέλεση της παρεπόμενης ποινής που μου επιβλήθηκε με την 122/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης υπό την ισχύ του προγενέστερου Π.Κ. δεν αναστέλλεται εκ του λόγου ότι ασκήθηκε αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, διότι τότε (07-02-2019) ίσχυε το άρθρο 104 παρ. 2 του παλιού Π.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 99 του παλιού Π.Κ. κατά το οποίο η αναστολή της κύριας ποινής μου δεν συνεπαγόταν την συναναστολή και της παρεπόμενης ποινής μου.

21) Κατόπιν αυτών με τις παρούσες αντιρρήσεις μου τις οποίες νομοτύπως ασκώ ενώπιόν Σας κατ’ άρθρο 562 εδαφ. τελευταίο νέου Κ.Ποιν.Δ. (Ν. 4620/2019), άλλως ως αυτοτελές δικόγραφο ενώπιον του δικαστηρίου που επέβαλε σε βάρος μου την ανωτέρω παρεπόμενη ποινή ζητώ να εκδοθεί απόφαση περί διακοπής εκτελέσεως αυτής, άλλως περί μη συνεχίσεως εκτελέσεώς της για όσους νομίμους, βασίμους, αληθείς και αποδεδειγμένους λόγους ανωτέρω υπό το αριθμητικό στοιχείο “19” των παρόντων αναφέρω.

22) Συμπληρωματικά, όσον αφορά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου σας αληθώς επάγομαι τα εξής:

Α) Στα πλαίσια της δικαστηριακής πρακτικής ανακύπτουν ζητήματα και ερωτήματα που άπτονται της εκτέλεσης των ποινών και προσεγγίζουν από διάφορες πλευρές την έννοια της «δικονομικής δικαιοσύνης». Τέτοια προβληματική αποτελεί και η παρούσα περίπτωση που με αφορά και εστιάζεται εις το ότι ενώ με την 122/2019 τελεσίδικη απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης έχει ανασταλεί επί τριετία η επιβληθείσα κύρια ποινή φυλακίσεώς μου των δύο (2) μηνών, έχει ήδη αρχίσει και συνεχίζει η εκτέλεση της σε βάρος μου επιβληθείσας παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεώς μου επί δύο (2) έτη, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω παρεπόμενη ποινή του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 4139/2013, έχει ρητά καταργηθεί από 01-07-2019 με το άρθρο 463 παρ.5 νέου Π.Κ., άλλως παρά το γεγονός ότι έχει συνανασταλεί με την ανωτέρω κύρια ποινή μου από 01-07-2019 σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. .

Πράγματι από τη στιγμή που η ανωτέρω απόφαση (122/2019) δεν είναι αμετάκλητη καταλαμβάνεται ευθέως από το άρθρο 2 παρ. 1 νέου Π.Κ. το οποίο ορίζει ότι: «Αν από τον χρόνο τέλεσης της πράξης έως το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασής της, ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Είναι σαφές ότι στην δική μου ευνοϊκή μεταχείριση οδηγεί η εφαρμογή των άρθρων 463 παρ. 5 νέου Π.Κ. και 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. .

Β) Οι δικονομικοί κανόνες «επιτηρούν» την τήρηση της συγκεκριμένης διαδικασίας που προβλέπεται στις ποινικές υποθέσεις. Το ύψος της ποινής και το είδος αυτής δεν εντάσσονται μεν στον κύκλο ελέγχου του τεκμηρίου της αθωότητας, ωστόσο όμως η ένταση της τιμωρίας και η επίταση της από περιστατικά που το δικαστήριο δεν έλεγξε αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αντιρρήσεων ή αιτήσεως του καταδικασθέντος αποτελεί πλήγμα για τη δίκαιη δίκη. Εφόσον το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αφορά στο σύνολο του ελληνικού δικαιϊκού συστήματος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τεκμήριο αθωότητας μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί και στην περίπτωση δικονομικών διατάξεων και κανόνων. Επομένως εις ό,τι με αφορά η άρνηση εξέτασης από το δικαστήριό Σας, το οποίο μου επέβαλε την ανωτέρω παρεπόμενη ποινή, των προϋποθέσεων της διακοπής εκτελέσεώς της από 1-07-2019 και εφεξής κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 5 νέου Π.Κ., άλλως των προϋποθέσεων της συναναστολής της από 1-07-2019 και εφεξής με την ανασταλείσα κυρία ποινή μου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 104 παρ. 2 νέου Π.Κ., επηρεάζει έμμεσα το τεκμήριο αθωότητάς μου, λόγω των δυσμενών συνεπειών που συνεπάγεται για εμένα η συνέχιση εκτέλεσης μιας καταργηθείσας από 01-07-2019 ( άρθρο 463 παρ. 5 νέου Π.Κ.) , άλλως μιας συνανασταλείσας με την κύρια ποινή μου (άρθρο 104 παρ. 2 Π.Κ.) παρεπόμενης ποινής.

Γ) Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α της ΕΣΔΑ ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα πληροφόρησης της υπάρχουσας σε βάρος του κατηγορίας, κατά τρόπο που να εξυπηρετείται η αρχή της εμπιστοσύνης του προς τη δικαιοσύνη. Η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων και για το λόγο αυτό οι διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ. και του Π.Κ. πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με αυτήν. Κατά το ΕΔΔΑ η εκτέλεση μιας απόφασης πρέπει να θεωρηθεί ως συστατικό μέρος της δίκαιης δίκης ενώ σίγουρα το κράτος δικαίου οφείλει να θεσπίζει εγγυήσεις για την προάσπιση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Επομένως υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να ελεγχθεί και η νομοθετική πρόβλεψη του άρθρου 562 Κ.Ποιν.Δ. (παλιό 565 Κ.Ποιν.Δ.) ώστε μέσω αυτής να τύχει ο κατηγορούμενος ακροάσεως, έστω και στο τελευταίο στάδιο της εκτελέσεως και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του προς την πολιτεία. Προς τούτο οι αντιρρήσεις περί την εκτέλεση αποτελούν νομικό όρο που πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να συμπλέει με την ΕΣΔΑ και υπό το πρίσμα της συνολικής διαδικασίας που επικρατεί στην εθνική έννομη τάξη.

Δ) Με τη διαδικασία των αμφισβητήσεων περί της εκτελεστότητας της καταδικαστικής αποφάσεως επιδιώκεται να καθοριστεί το περιεχόμενο της αποφάσεως, να διαλυθούν οι αμφισβητήσεις που εγείρονται ως προς την εκτέλεσή της και γενικώς να εναρμονιστεί η απόφαση με τα γεγονότα που ανεφύησαν κατά την εκτέλεσή της, χωρίς την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως.

Ε) Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 562 Κ.Ποιν.Δ. είναι η ύπαρξη ποινής που εκτίεται (“εν εκτίσει”). Η επίμαχη διαδικασία δεν ενεργοποιείται αν δεν έχει αρχίσει ακόμα η εκτέλεση της ποινής ή όταν η εκτέλεση αυτής έχει ήδη ολοκληρωθεί. Απαιτείται ποινή της οποίας η εκτέλεση άρχισε αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Ο όρος “ποινή” στη συγκεκριμένη διάταξη χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου ώστε να περιλαμβάνει και τα έχοντα στερητικό ή περιοριστικό της προσωπικής ελευθερίας χαρακτήρα μέτρα ασφαλείας (όπως η απέλαση αλλοδαπού), ενώ δεν περιλαμβάνει τις παρεπόμενες ποινές για τις οποίες αρμόδιο είναι το δικαστήριο που τις επέβαλε. Εξαίρεση γίνεται προκειμένου περί παρεπόμενης ποινής επιβληθείσας με διάταξη ειδικού ποινικού νόμου, έχουσα χαρακτήρα περιοριστικό της ελευθερίας.

ΣΤ) Ως εκ τούτων επί των παρόντων αντιρρήσεών μου κατά της συνέχισης εκτελέσεως της παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεώς μου επί δύο (2) έτη, παρεπόμενη ποινή μη έχουσα χαρακτήρα περιοριστικό της ελευθερίας, αρμόδιο να διατάξει την μη συνέχισή της είναι το τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, ως αυτό που την επέβαλε.

23) Οι αντιρρήσεις του καταδικασμένου κατά της εκτελεστότητος της αποφάσεως αφορούν απόφαση με την οποία επιβλήθηκε κύρια ή και παρεπόμενη ποινή, είτε η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη, είτε στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος είναι αμέσως και προ του αμετακλήτου αυτής εκτελεστή (Α.Π. 1519/1989 Ποιν. Χρ 1990, 732).

24) Το δικαστήριο περιορίζεται μόνο στην εξέταση ζητημάτων κατά την εκτέλεση, γιατί μια νέα εξέταση της υπόθεσης θα κατέλυε το δεδικασμένο. Μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις που αφορούν: α) Την εκτελεστότητα της απόφασης (μη αμετάκλητο), β) Το είδος της ποινής (χαρακτηρισμός της ποινής από τον Εισαγγελέα), γ) Τη διάρκεια της ποινής (λόγος παύσης, κωλύματος ως προς την έκτιση, απονομή χάριτος, παραγραφή ποινής, χορήγηση αμνηστείας, μεταγενέστερος ηπιότερος νόμος που κρίνει την πράξη μη αξιόποινη, ή αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής ή την καταργεί). Δε θα πρέπει να λησμονείται ότι οι αναφερόμενες περιπτώσεις αμφισβητήσεων του άρθρου 562 Κ.Ποιν.Δ. είναι ενδεικτικές.

25) Σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος του καταδικασθέντος με την απόφαση του δικαστηρίου επί των αντιρρήσεων διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της αποφάσεως η οποία στο εξής και για το μέλλον δεν παράγει έννομα αποτελέσματα κατά το μέρος που αφορούν οι αντιρρήσεις.

26) Το δίκαιο της εκτέλεσης αποτελείται από κανόνες που διέπουν το στάδιο της ποινικής δίκης από το αμετάκλητο της απόφασης ή από την άμεση εκτελεστότητα αυτής πριν το αμετάκλητο, έως την ολοσχερή έκτιση της ποινής. Κανόνας της εκτελεστικής διαδικασίας υπό ευρεία έννοια είναι και η διακοπή ή η αναστολή εκτέλεσης της ποινής (κύριας ή και παρεπόμενης) διότι η διακοπή ή η αναστολή εκτέλεσης της ποινής αφορά τον τρόπο έκτισης της ποινής. Αποτελεί δηλαδή όρο που εντάσσεται στον δικονομικό χώρο εκτέλεσης της ποινής. Ο τρόπος έκτισης της ποινής αποτελεί μέρος της απόφασης για την ποινή υπό ευρεία έννοια και εκτελείται αύθις όταν η ποινή καταστεί αμετάκλητη ή και πριν καταστεί αμετάκλητη.

Επειδή αρμοδίως ασκούνται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης ως του δικαστηρίου που επέβαλε την ανωτέρω παρεπόμενη ποινή δυνάμει της υπ’ αριθμ. 122/7-02-2019 τελεσιδίκου αποφάσεώς του.

Επειδή νομοτύπως ασκούνται υπό του διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου μου δυνάμει της από 18-08-2019 ειδικής εντολής – πληρεξουσιότητός μου προς αυτόν.

Επειδή οι παρούσες τυγχάνουν νόμιμες, βάσιμες και αληθείς.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Και με τη ρητή επιφύλαξη παντός περαιτέρω νομίμου δικαιώματός μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνουν δεκτές οι παρούσες. Να διαταχθεί για τους λόγους και τις αιτίες που ανωτέρω αναφέρονται, η διακοπή εκτελέσεως της επιβληθείσας εναντίον μου παρεπόμενης ποινής αφαιρέσεως αδείας οδηγήσεώς μου επί δύο (2) έτη, η οποία μου επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 122/7-02-2019 τελεσίδικη και μη αμετάκλητη απόφαση – πλην όμως εκτελεστή – απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 5 νέου Π.Κ. σε συνδυασμό με άρθρο 2 παρ. 1 νέου Π.Κ. όπως ισχύουν από 01-07-2019 (Ν. 4619/2019), άλλως να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως επί τριετία της ανωτέρω επιβληθείσας εναντίον μου παρεπόμενης ποινής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104 παρ. 2 νέου Π.Κ. σε συνδυασμό με άρθρο 2 παρ. 1 νέου Π.Κ. ως ισχύει από 01-07-2019 ( Ν. 4619/2019)

Σπάρτη 19-08-2019

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

Χρήστος Α. Πλειώτας»

Γ/ Οι ανωτέρω αντιρρήσεις εκδικάστηκαν την 30 – 08 – 2019 από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης το οποίο με την αρ. 581/30 – 08 – 2019 απόφασή του τις έκανε κατά πλειοψηφία (2 – 1) παρά την αντίθετη Εισαγγελική πρόταση δεκτές και εξέδωσε την κάτωθι πρωτοποριακή απόφασή του: «Δέχεται δια πληρεξουσίου εκπροσώπηση του αιτούντος. Κατά πλειοψηφία δέχεται την αίτηση. Διατάσσει την διακοπή της εκτελέσεως της παρεπόμενης ποινής που επεβλήθη με την 122/2019 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης.

1/ Σημειώνω με έμφαση ότι το σκεπτικό της μειοψηφίας για την απόρριψη των αντιρρήσεων του εντολέα μου εστιαζόταν στο δικονομικό θέμα: Κατά πόσον το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης είχε την δυνατότητα να προβεί σε έκδοση απόφαση περί διακοπής εκτελέσεως παρεπόμενης ποινής, από την στιγμή που ο Ν 4139/2013 και το άρθρο 25 παρ. 1 αυτού δεν καταργήθηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα (ως ειδικός ποινικός νόμος), άρα δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί το άρθρο 2 παρ. 2 νέου Ποινικού Κώδικα που θα επέτρεπε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης (κατά την εισαγγελική πρόταση και την μειοψηφία) να διακόψει την εκτέλεση μίας παρεπόμενης ποινής η οποία είχε αρχίσει να εκτελείται πριν την 1 – 07 – 2019, ενώ επίσης κατά την Εισαγγελική πρόταση και την μειοψηφία η ανωτέρω παρεπόμενη ποινή δεν ήταν στερητική της ελευθερίας, ώστε να έχει αρμοδιότητα το επί της εκτελέσεως δικαστήριο, να διακόψει την εκτέλεσή της. Αξιοσημείωτο τυγχάνει ότι τόσο η αντίθετη ως προς την αποδοχή των αντιρρήσεων εισαγγελική πρόταση, όσο και η μειοψηφήσασα Δικαστής σημείωσαν ότι «δυστυχώς» δεν είχαν περιθώριο να κάνουν δεκτές τις αντιρρήσεις παρά το γεγονός ότι έβλεπαν πως ο αιτών είχε δίκιο επί της ουσίας, δηλαδή αδίκως καταδικάστηκε, απ’ την στιγμή που η παρεπόμενη ποινή που του επεβλήθη κατά το άρθρο 25 παρ. 1 Ν 4139/2013 καταργήθηκε με το άρθρο 463 παρ. 5 νέου Ποινικού Κώδικα.

2/ Κατά την πλειοψηφία η αίτηση και οι αντιρρήσεις είναι βάσιμες νόμω και ουσία και γι’ αυτό έγιναν δεκτές.

Δ/ Κλείνοντας τονίζω προβαίνω στην συγκεκριμένη δημοσίευση για να «μοιραστώ» την χαρά μου για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως μαζί μ’ όλους τους μάχιμους συναδέλφους μου που ως «σκαπανείς» σ’ αυτήν την απέραντη έρημο της νομικής επιστήμης, «σκάβουν καθημερινά» και ανοίγουν μονοπάτια και δρόμους διεξόδου στους ατελείωτους και επίπονους νομικούς μας προβληματισμούς.

Ε/ Όπως είπε κάποιος μεγάλος: «Το μυστικό της ευτυχίας είναι να μπορείς να διαχειρίζεσαι επιτυχημένα την αποτυχία σου ή καλύτερα τις αποτυχίες σου». Μόνο αυτή η ρήση ήταν το εφόδιό μου για να «παλέψω» την συγκεκριμένη υπόθεση τόσο μα τόσο πολύ και να φθάσω στο σημερινό θετικό αποτέλεσμα.

ΣΤ/ Με ικανοποίηση άκουσα τον εντολέα μου την 04 – 09 – 2019 να μου αναγγέλλει ότι σε εκτέλεση της υπ’ αρ. 581/30 – 08 – 2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης κλήθηκε από το Α.Τ. του τόπου της κατοικίας του και παρέλαβε στα χέρια του το δίπλωμα οδηγήσεώς του. Είναι πολύ μεγάλο πράγμα, ένας άνθρωπος που τόσο χρειαζόταν το δίπλωμα που άδικα στερήθηκε, για τις αναγκαίες περιηγήσεις του προς διενέργεια χημειοθεραπειών σε νοσοκομεία!!! – σημειωτέον καρκινοπαθής – κατόρθωσε να το αποκτήσει στηρίζοντας τον αγώνα μου μέχρι τέλος.

Σπάρτη 05 – 09 – 2019

Χρήστος Α. Πλειώτας

Δικηγόρος