Η κ. Σοφία η Καθηγήτρια

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Σοφία Γρηγοριάδου

Η κυρία Σοφία, η Καθηγήτρια

*Χρέος ιερό έχουμε να θυμόμαστε τους ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή, ιδιαίτερα εκείνους, που στα ευαίσθητα και τρυφερά παιδικά μας χρόνια βρέθηκαν δίπλα μας, μας κράτησαν απ’ το χέρι για να μάθουμε να περπατάμε στη ζωή και μας έδωσαν αγάπη και γνώση σαν απόθεμα για το ταξίδι.

Ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους υπήρξε και η κ. Σοφία Γρηγοριάδου, η Φιλόλογος Καθηγήτριά μας, κάποτε, στο Γυμνάσιο Αρρένων Σπάρτης.

Αυτό το μικρό αφιέρωμα στη μνήμη της, δεν είναι άλλο από ένα ελάχιστο «Χρέος» κι ένα μεγάλο «Ευχαριστώ». Και είναι η Αγάπη εκείνη, που τα ’φερε έτσι ώστε να συναντηθούν στο μικρό αυτό αφιέρωμα τρεις άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και με διαφορετική σχέση ζωής με την κ. Σοφία Γρηγοριάδου:

-ο Βαγγέλης Μητράκος, μαθητής της.

-ο Βασίλης Λαδάς, επίσης μαθητής της, η μητέρα του οποίου, η Άννα Λαδά, υπήρξε αδελφική φίλη της κ. Σοφίας και

-ο Κλεομένης Παπασπηλιόπουλος, ανιψιός της.

Σπάρτη 27-9-2022

Βαγγέλης Μητράκος

Η κ. Σοφία Γρηγοριάδου

Η καθηγήτριά μου

Είχα να τη δω χρόνια . Και τη συνάντησα απρόσμενα, εκεί που ξεκουράζονται τα οστά των «κεκοιμημένων», στο Κοιμητήρι του Αγίου Γεωργίου της Σπάρτης!

Σοφία Γρηγοριάδου: Η καθηγήτριά μου στο Γυμνάσιο. Η καλή μου η καθηγήτρια των Αρχαίων και Νέων Ελληνικών, στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης, από το 1967 και δώθε.

Σοφία Γρηγοριάδου: «Η γιαγιά», όπως τη λέγαμε μεταξύ μας οι μαθητές της (όχι περιπαικτικά, αλλά σαν έκφραση αγάπης , σεβασμού και ζεστασιάς), αφού, πραγματικά, με το παρουσιαστικό της και τη γεμάτη αγάπη, ηρεμία και συγκατάβαση στάση της, έπαιρνε στην καρδιά μας τη θέση μιας δικής μας γλυκιάς και αγαπημένης γιαγιάς .

Λίγο κοντούλα, λίγο «γεμάτη», πάντα (κλασικά) καλοχτενισμένη, με «συντηρητικά» ταγιεράκια και χαμηλοτάκουνα παπούτσια, με τα γυαλιά της περασμένα με κορδονάκι στο λαιμό, μ’ ένα φουλάρι ριγμένο με φροντίδα στους ώμους, μ’ ένα Σταυρουδάκι κρεμασμένο πάντα στον λαιμό της (η κ. Σοφία άνθρωπος του Θεού) και μ’ ένα δαχτυλιδάκι με πέτρα ( αχ, αυτό το δαχτυλιδάκι !!!) στο δεξί της (νομίζω) χέρι, που συνεχώς στο μάθημα το στριφογύριζε από συνήθεια με τον αντίχειρα κι «επέβαλε» μ’ αυτό ησυχία μέσα στην τάξη, χτυπώντας το δυο-τρεις φορές πάνω στην έδρα. (Ακόμα έχω στ’ αυτιά μου εκείνο το διακριτικό «τακ – τακ – τακ», που σήμαινε : «παρακαλώ ….ησυχία!»). Κι ευθύς, όλη εκείνη η ζωηρή τάξη των τριάντα και πλέον κοντοκουρεμένων μαθητών του ’67 ησύχαζε, για να παρακολουθήσει τη «γιαγιά», την κυρία Σοφία, να παραδίδει άριστα και παραδοσιακά το μάθημά της στα Αρχαία, στο Συντακτικό , στη Γραμματική και στα Νέα Ελληνικά.

Η κυρία Σοφία Γρηγοριάδου, η καθηγήτριά μας, ήταν απλή, καλοσυνάτη, ήρεμη, καλόβολη και συγκαταβατική. Δεν ήταν (τότε) παντρεμένη κι εμείς, οι μαθητές της, είχαμε την αίσθηση πως την αγάπη, τη γλυκύτητα και τη ζεστασιά που θα ’δινε στα δικά της παιδιά, τη μοίραζε σαν αντίδωρο σ’ εμάς, ήρεμα, απλά κι αβίαστα, έτσι όπως μοιράζεται η αληθινή αγάπη. Γνώριζε άριστα το αντικείμενό της σαν καθηγήτρια και είχε τον παιδαγωγικό τρόπο να μεταδίδει τη γνώση στους μαθητές της. (Ποιος μαθητής της μπορεί να ξεχάσει τις πρώτες διδασκαλίες της κ. Σοφίας, μέσα από το θρυλικό αναγνωστικό των μαθητικών μας χρόνων το «ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ» του Γεωργίου Ζούκη, με το οποίο σαν εργαλείο η κ. Σοφία μας έβαλε μέσα στο πνεύμα των αρχαίων προγόνων μας, μας έμαθε τη δοτική, την κλητική, τους τόνους, τα πνεύματα, όλα τα κατάλοιπα της προσωδίας, τα δέκα μέρη του λόγου, μας δίδαξε να έχουμε φόβο Θεού, να τιμούμε τους γονείς μας, να σεβόμαστε τους φίλους («Πιστεύω τω φίλω. Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις. Ο φίλος τον φίλον εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει» και να υπακούμε στους νόμους. Εργατική, συνεπής και με ήθος, η κ. Σοφία, είχε κερδίσει επάξια την αγάπη, τον σεβασμό και την αναγνώριση των μαθητών της, των συναδέλφων της αλλά και της κοινωνίας ευρύτερα.

Η κυρία Σοφία είχε μια μεγάλη αδυναμία στην Έκθεση την οποία θεωρούσε κορυφαίο μάθημα κι έδινε όλο της το «Είναι» για να μας μυήσει στα μυστικά της συγγραφής καλών εκθέσεων. Προσωπικά, είχα την τιμή, οι δικές μου εκθέσεις (μαζί με άλλων βεβαίως) να της αρέσουν ιδιαίτερα και πολλές φορές με «σήκωνε» να τις διαβάζω ενώπιον της τάξεως. Κάτω από κάθε έκθεση, αφού διόρθωνε πρώτα τα ορθογραφικά λάθη με κόκκινο στυλό, σημείωνε τον χαρακτηρισμό «καλή», «σχετικά καλή», «αρκετά καλή», «πολύ καλή», κλπ, αλλά και κάποιες σύντομες παρατηρήσεις, πριν βάλει τη μονογραφή της. Η ευαρέσκεια της κυρίας Σοφίας προς τις εκθέσεις μου ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ και με κολάκευε συγχρόνως, σε χρόνια που δεν είχα και πολλές αιτίες (κοινωνικές , οικονομικές , κλπ) για να κολακευθώ και, πιστεύω ακράδαντα, πως αυτή η ενθάρρυνση που πήρα από την κυρία Σοφία, τότε , είναι η σπουδαιότερη αιτία που εξακολουθώ να γράφω έως ΚΑΙ σήμερα.

Εξαιτίας της κυρίας Σοφίας Γρηγοριάδου έχω κρατήσει, ως ενθύμια, ΟΛΑ τα τετράδια των Εκθέσεων του Γυμνασίου και πολλές φορές ξεφυλλίζω τα κιτρινισμένα φύλλα τους διαβάζοντας, ξανά και ξανά, τα πρωτόλεια εκείνα σχολικά «συγγράμματα», που αξιώθηκαν – κάποτε – τα γενναιόδωρα «εύγε» μιας καλής δασκάλας – καθηγήτριας, που ήξερε να διακρίνει τις κλίσεις των μαθητών της και να ενθαρρύνει τις προσπάθειές τους.

Θυμάμαι ιδιαίτερα, ένα περιστατικό με μιαν έκθεση που γράφτηκε στις 5 Απριλίου 1968 (μαθητής Α΄ Γυμνασίου), με τίτλο: «Τα δημοτικά έργα της πόλεώς μας».

Τότε, οι κρατούντες (δικτατορία γαρ), ξήλωσαν βάναυσα το ιστορικό δασύλλιο με τους ευκαλύπτους που βρισκόταν δυτικά του προαυλίου (έξω ακριβώς από τα κάγκελα) του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης, για να διαπλατυνθεί η λεωφόρος Κ. Παλαιολόγου προς Γύθειο, και η κ. Σοφία μας έβαλε να γράψουμε μια σχετική έκθεση. Στην έκθεση αυτή, που η επίδοσή μου ήταν «σχετικώς καλή», η κ. Σοφία είχε βάλει σε μια φράση ένα θαυμαστικό και την είχε υπογραμμίσει με τον κόκκινο στυλό της.

Τι έγραφε η φράση αυτή; Αφού είχα αναπτύξει το θέμα αναλύοντας (όσο μπορούσα) τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές του, προς το τέλος, προκειμένου να το χαρακτηρίσω συνοπτικά είχα γράψει τη φράση: «Τι ωφέλιμη καταστροφή !!!».

Η φράση αυτή μάγεψε, κατά πώς φάνηκε, την κ. Σοφία, η οποία, αναφέρθηκε ιδιαίτερα κι επαινετικά στην ωραία έμπνευση που είχα, εξαιτίας της οποίας με «σήκωσε» να διαβάσω την έκθεσή μου, παρ’ όλο που δεν ήταν μεταξύ των καλύτερων της τάξης. Εγώ, βεβαίως, με την ψυχή γεμάτη πετιμέζι, απολάμβανα τον μικρό «θρίαμβό μου», αλλά μια μικρή τύψη, που ζει μέχρι σήμερα μέσα μου, πετάριζε πάνω από τον ναρκισσισμό μου: Τη φράση αυτή («τι ωφέλιμη καταστροφή!») την είχα «κλέψει» από ένα τεύχος Μίκυ Μάους, του οποίου ήμουν (και είμαι) φανατικός αναγνώστης. Το συγκεκριμένο τεύχος (κάπου πρέπει να το έχω, ακόμα, καταχωνιασμένο μαζί με άλλα παλιά τεύχη) είχε μια ιστορία που διαδραματιζόταν στην Αίγυπτο και ο θείος Σκρουτζ, παρακολουθώντας τα νερά του Νείλου να ανεβαίνουν, ύστερα από την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν, και να απειλούν να σκεπάσουν το ναό και τα αγάλματα του Ραμσή, αναφωνεί, απευθυνόμενος προς τον ανιψιό του τον Ντόναλντ :

-Τι ωφέλιμη καταστροφή !!!

Η φράση, λοιπόν, που μάγεψε την καλή μου καθηγήτρια, την κ. Σοφία, δεν ήταν δική μου (όπως πίστεψε) αλλά … του θείου Σκρουτζ!!! Εγώ, απλώς, είχα την έμπνευση να την εντάξω μέσα στην έκθεσή μου, συσχετίζοντας την με τα γεγονότα. Αυτή, ακριβώς, είναι η αιτία που κρατά ζωντανή ακόμα μέσα μου τούτη την αθώα τύψη, που δεν θα ’χω (δυστυχώς) ποτέ την ευκαιρία να εξαλείψω, αφού η κ. Σοφία δεν υπάρχει πια.

Μετά το Γυμνάσιο οι δρόμοι μας με την κ . Σοφία «χώρισαν». Την ξαναβρήκα όταν γύρισα στη Σπάρτη (δάσκαλος πια) να μένει για ένα διάστημα (συνταξιούχος πλέον) σ’ ένα διώροφο σπίτι (γωνία Α. Νίκωνος και Ιωάννου –Αικατερίνης Γρηγορίου) στο Ν. Κόσμο, κοντά στη γειτονιά μου. Είχε παντρευτεί με έναν εξαίρετο κύριο της ηλικίας της κι εκκλησιαζόταν, μαζί με τον σύζυγό της, στον Α. Νικόλαο της Σπάρτης όπου εκκλησιαζόμουν κι εγώ. Εκεί, μετά το αντίδωρο, ανταλλάσσαμε ένα σύντομο χαιρετισμό, αφήνοντας τα μάτια να μιλούν περισσότερο απ’ τα χείλη. Παρέμενε πάντα γλυκιά, εγκάρδια, χαμογελαστή και καλοσυνάτη, χωρίς ο χρόνος να έχει αλλάξει πολλά πράγματα πάνω της, αφού η κ. Σοφία ήταν από τους λίγους ανθρώπους που θαρρείς πως ΕΤΣΙ γεννήθηκαν, ΕΤΣΙ έζησαν κι ΕΤΣΙ διάβηκαν από τη ζωή. Η κ. Σοφία ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που δεν είναι καταιγίδα και σεισμός και αστραπή αλλά βροχούλα σιγανή σε διψασμένο χώμα, δροσερό αεράκι σε κάψα καλοκαιριού, φωνούλα πουλιού σε μιαν ερημιά, γλυκόλαλη καμπάνα εσπερινού σ’ ερημοκλήσι.

Κάμποσα χρόνια μετά έχασα πάλι τα ίχνη της κ. Σοφίας, έμαθα πως ο σύζυγός «έφυγε» και να, που τα ’φερε η ζωή έτσι, να με χαιρετά (για πάντα χαμογελαστή), μέσα από μια χρωματιστή φωτογραφία, στερεωμένη πάνω σ’ ένα νικελένιο κουτί που την «αναπαύει» και γράφει τ’ όνομά της: «Σοφία Γρηγοριάδου»

Τώρα, που πιότερες φορές τη συναντώ απ’ όταν ζούσε, θέλω κάποια στιγμή (αν φτάνω εκεί ψηλά ) ν’ αγγίξω με τα ακροδάχτυλά μου το πρόσωπό της στην κρύα και άψυχη φωτογραφία, να χτυπήσω σιγανά το κουτί για να «ξυπνήσουν» τα κόκαλα απ’ το βαθύ τους ύπνο και να ψιθυρίσω στην κυρία Σοφία πως όλοι εμείς, οι παλιοί μαθητές της, τη θυμόμαστε και την αγαπάμε ακόμα πολύ και πως όταν κουβεντιάζουμε γι’ αυτήν στις παρέες μας, φωνασκώντας και γελώντας με τα παλιά μαθητικά μας καμώματα, ακούμε το δαχτυλιδάκι της να χτυπά «ησυχία» και σκύβουμε το κεφάλι υπάκουοι!

-Κυρία Σοφία , αγαπημένη μας «Γιαγιά», σ’ ευχαριστούμε για ό,τι μας έδωσες. Ας είναι η ψυχούλα σου αναπαυμένη και η θύμησή σου παντοτινή.

«Ο θάνατος, σαν τον καταλάβουνε οι άνθρωποι, είναι αθανασία.

Μα σαν δεν τον νιώσουνε καλά, είναι πραγματικός θάνατος» .

Φώτης Κόντογλου: Βίος Αντωνίου του Μεγάλου

Βαγγέλης Μητράκος

κ. Σοφία Γρηγοριάδου -Τσιγκουράγκου

Η φίλη της μητέρας μου

Γεννημένη το 1922, με προσφυγική καταγωγή από το Πόντο της Μικράς Ασίας. Οι γονείς της ήταν ο Λεωνίδας και η Καλλιόπη Γρηγοριάδη. Ήταν τέσσερα αδέλφια, δύο αγόρια και δύο κορίτσια. Ο ένας αδελφός της (Γρηγοριάδης) είχε μεταφορική εταιρία (φορτηγά ) στη Σπάρτη.

Παντρεμένη με το Βασίλη Τσιγκουράγκο με καταγωγή από τη Μάνη, υπάλληλο στα συμβολαιογραφεία Σπάρτης Καρελλά , Κατσίχτη, Ανδριτσάκη. Ο κύριος Βασίλης ήταν πολύ καλός άνθρωπος και χριστιανός, με νηστείες και προσευχές. Ο γάμος έγινε στο Άγιο Νικόλαο Σπάρτης. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο κύριος Βασίλης ήταν κατάκοιτος στο σπίτι λόγω εγκεφαλικού, μέχρι το τέλος του.

Τα παλιά χρόνια, όταν ήμουν μικρός, η κυρία Σοφία έμενε στη οδό Αγησιλάου (δίπλα στο πλυντήριο αυτοκινήτων που υπήρχε τότε εκεί και τώρα είναι γκαράζ, απέναντι από τα ελαιοκομικά του Περγαντή) σε ένα ισόγειο πολύ ωραίο σπίτι με κήπο από πίσω, που όταν πηγαίναμε έπαιζα.

Τα τελευταία της χρόνια είχε αγοράσει διαμέρισμα σε πολυκατοικία επί της οδού Χαμαρέτου, πάνω από το τόρνο του Γεωργακόπουλου και πίσω ακριβώς από την παλιά Αστυνομία.

Η κυρία Σοφία ήταν πάντα με το χαμόγελο και τον καλό λόγο στο στόμα. Ήταν πολύ καλή και χριστιανή γυναίκα. Με την μητέρα μου κάθονταν στο ίδιο θρανίο σε όλο το δημοτικό και σε όλο το γυμνάσιο. Παρόλο που είχαν 4 χρόνια διαφορά με τη μητέρα μου, που γεννήθηκε το 1926, ήταν συμμαθήτριες, πράγμα που σημαίνει ότι άργησε να πάει σχολείο λόγω δυσκολιών των καιρών…

Ήταν αχώριστες φίλες, μέχρι που έφυγε από τη ζωή η κυρία Σοφία. Για χρόνια πολλά θυμάμαι τη μητέρα μου να μιλάει ώρες στο τηλέφωνο με το Σοφάκι όπως την έλεγε. Πέθανε στη Αθήνα, το 2005, και η κηδεία της έγινε στο νεκροταφείο Ηλιούπολης όπου είχαμε πάει με τη μητέρα μου. Μπορώ να πω ότι περισσότερο έκλαψε η μητέρα μου στη κηδεία της κυρίας Σοφίας παρά στου πατέρα μου. Αργότερα, τα ανίψια της έφεραν τα οστά της στη Σπάρτη και φυλάσσονται στο Α΄ Νεκροταφείο Σπάρτης.

Με την μητέρα μου είχαν την ίδια παρουσία: Ίδιο ύψος, χτένισμα, ντύσιμο, περπάτημα… πάντα με το χαμόγελο και τον καλό λόγο. Για όλους, δε, ήταν: η «Κυρία Σοφία» και η «Κυρία Άννα».

Κάποια χρονιά την είχα και εγώ καθηγήτρια. Το πόσο καλή ήταν στο σχολείο το είχα δει και εγώ και το πόσο την ντρεπόμουν μέσα στη τάξη, που έπρεπε να είμαι πάντα διαβασμένος.

Είχαν σχέση φιλική η μητέρα μου και η κυρία Σοφία με τη «γαλλικού» Βαγγελίτσα Γεωργακούλια. Ήταν περίπου συνομήλικες και μιλούσαν Γαλλικά.

Βασίλης Λαδάς

 

Η κ. Σοφία, η θεία μου

Γεννήθηκε στο Λευκόχωμα Λακωνίας, στο υποστατικό των Μαυρομιχαλαίων, περί το 1922. Ήταν  παιδί προσφύγων από τον Πόντο, που το καράβι τούς οδήγησε στον Πειραιά και μετά άλλο πλοίο τους οδήγησε στο Γύθειο και όχι στην βόρειο Ελλάδα που πήγαν οι υπόλοιποι συγγενείς τους.

Οι γονείς της δούλευαν στα κτήματα των Μαυρομιχαλαίων.

Παντρεύτηκε τον κ. Τσιγκουράγκο Βασίλειο, υπάλληλο συμβολαιογραφείου και ευσεβή φιλάνθρωπο της Σπάρτης. Δεν απέκτησαν παιδιά.

Εργάσθηκε σαν φιλόλογος σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Λακωνία ενώ συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του γυμνασιάρχη.

Στενή της φίλη ήταν η ξεχωριστή κ. Άννα Λαδά, που απεβίωσε πρόσφατα.

Έζησε μια ενάρετη ζωή, έδωσε και πήρε πολλή αγάπη από όσους γνώρισε, ενώ έφυγε το 2005, σε ηλικία 83 ετών.

Κλεομένης Παπασπηλιόπουλος