Ο Βαγγελάκης πήγε στο «Σινεμά ο Παράδεισος»

Ο Βαγγελάκης πήγε στο «Σινεμά ο Παράδεισος»

(Μνήμη Βαγγέλη Ζαχαρόπουλου)

Ο Βαγγελάκης δεν πρόλαβε να δει την ανατολή του Νέου Χρόνου. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, έφαγε καλά, ήπιε και γιόρτασε με τους φίλους του και νωρίς το βραδάκι έκλεισε τα μάτια του κι έσβησε ήσυχα, στα 66 του χρόνια, έτσι όπως ήσυχα είχε ζήσει.

Ο Βαγγελάκης (Βαγγέλης Ζαχαρόπουλος) είχε αυτήν τη μυστηριακή ευλογία που δίνει ο Θεός σε κάποιους ανθρώπους, ώστε να γίνονται το βιβλικό «άλας» της γης και να κάνουν «νόστιμη» η ζωή μας.

Ο Βαγγελάκης έζησε ήσυχα ανάμεσά μας, ποτέ δεν πείραξε και δεν ενόχλησε κανέναν, φτωχός μεροκαματιάρης, πάσχιζε καθημερινά να βγάλει τον «άρτον τον επιούσιον», πουλώντας λαχεία κι ελπίδα, χωρίς ποτέ να γίνεται φορτικός κι ενοχλητικός, καλόβολος, πάντα με το χαμόγελο και τη ζεστή κουβέντα στο στόμα, ξεχώριζε μόνο και μόνο με την παρουσία του μέσα στην κουραστική κι ενίοτε γκρίζα μονοτονία μας.

Μοναχοπαίδι, γεννημένος στο Τσούνι (Κοκκινόραχη), έζησε, μικρός, την πίκρα του χωρισμού των γονιών του. Η μάνα του, η κυρα – Σοφία, από τη Βαμβακού, ανέλαβε να μεγαλώσει μόνη τον Βαγγελάκη της και να του δώσει όλη την αγάπη που χρειαζόταν η ψυχή του μαζί και τη φροντίδα που είχε η ζωή του ανάγκη.

Φτωχιά γυναίκα του λαού, αγωνίστρια της ζωής, με σκληρή δουλειά σαν καθαρίστρια, κατάφερε να μεγαλώσει τον Βαγγέλη της όσο καλύτερα μπορούσε και να του δώσει αρχές και αξίες ζωής, για να πορευτεί τίμια και ηθικά στη ζωή του. Κι όταν η μάνα του Βαγγέλη πέθανε νωρίς, χτυπημένη από τα βάσανα και τις πίκρες της ζωής, άφησε στον Βαγγέλη ένα σπιτάκι, κληρονομιά, ένα σπιτάκι που είχε φτιάξει βρέχοντας κάθε του σπιθαμή με τις σταγόνες απ’ τον ιδρώτα της και με τα δάκρυά της.

Ο Βαγγέλης, κι αν πέθανε η μάνα του, την είχε πάντα μέσα του ζωντανή, αγκαλιασμένη με αγάπη κι ευγνωμοσύνη στην καρδιά του. Πάντα της άναβε εκεί το καντηλάκι της Μνήμης, και στους κοντινούς του φίλους έλεγε, από καιρού εις καιρόν, τούτα τα λόγια της μεγάλης αγάπης και της οφειλόμενης ευγνωμοσύνης προς τη Μάνα:

«Θέλω να μπορέσω να παντρευτώ και να κάνω ένα κοριτσάκι και να το πω Σοφία».

Δυστυχώς η ζωή δεν του έκανε πραγματικότητα τη μεγάλη του αυτή επιθυμία.

Ο Βαγγελάκης μεγάλωσε δουλεύοντας τίμια για να βγάζει το ψωμί του έτσι όπως τον είχε διδάξει η μάνα του. Πότε με τα πόδια, πότε με ένα ποδήλατο, πότε με το αυτοκίνητο κάποιου καταδεχτικού περαστικού, ερχότανε καθημερινά στη Σπάρτη για δουλειά. Για ένα διάστημα δούλεψε στα ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ στο κέντρο της Σπάρτης αλλά η καρδιά και το μυαλό του μικρού Βαγγελάκη ήτανε στο σινεμά. Για τα φτωχόπαιδα του καιρού εκείνου το σινεμά δεν ήτανε μια απλή διασκέδαση αλλά ένα μεγάλο παράθυρο προς έναν άλλο κόσμο, για να βγάζουν φτερά και να πετούν μέσα απ’ αυτό, δραπετεύοντας για 2 ώρες απ’ τον συννεφιασμένο και στενάχωρο ουρανό της φτωχής τους ζωής.

Όμως ο Βαγγελάκης, ο Βαγγέλης Ζαχαρόπουλος από το Τσούνι της Σπάρτης, έκανε ένα βήμα παραπέρα για να πλησιάσει τον μαγικό κόσμο του σινεμά που τον συνέπαιρνε. Μπήκε στο καμαράκι προβολής, έγινε αποδεκτός από τους μηχανικούς και κατάφερε να γίνει δεξί τους χέρι. Έμαθε να τοποθετεί την μπομπίνα με την ταινία στη μηχανή προβολής, να περνά την αρχή της στα οδοντωτά ροδάκια, να ελέγχει το «κάρβουνο» που έδινε το φως, να βάζει μπρος τη μηχανή, να νετάρει τον φακό για καθαρή εικόνα κι ύστερα, απ’ το μικρό παραθυράκι της καμπίνας, να παρακολουθεί κι αυτός την ταινία, νιώθοντας καπετάνιος ενός καραβιού, που με πλήρωμα τους θεατές, που κατάκλυζαν τότε τις αίθουσες, ταξίδευε σε θάλασσες μαγικές κι ονειρεμένες. Όταν τέλειωνε η πρώτη μπομπίνα, ο Βαγγελάκης άναβε τα φώτα στην αίθουσα, έβγαζε την τελειωμένη μπομπίνα, τοποθετούσε τη δεύτερη στη μηχανή και σ’ ένα 10λεπτο, τόσο κρατούσε το διάλειμμα, άρχιζε την προβολή του 2ου μέρους, ενώ, συγχρόνως, στις ειδικές μανιβέλες γύριζε με το χέρι την μπομπίνα του πρώτου μέρους, ώστε να τυλιχτεί σε μιαν άλλη άδεια μπομπίνα, ώστε να έρθει και πάλι στην αρχή της.

Όταν ο Βαγγελάκης άκουγε φωνές από τους θεατές «γράμματα χασάπη!!!» ή «κάρβουνοοοοο!!!» έτρεχε αμέσως στη μηχανή για να κάνει διορθώσεις. Το «γράμματα χασάπη» σήμαινε πως η ταινία είχε φύγει από το κάδρο της, φλουτάριζε, και «κόβονταν» τα γράμματα στο κάτω μέρος. Και τότε ο Βαγγελάκης με τις κατάλληλες παρεμβάσεις στη μηχανή έφερνε πάλι την ταινία σε ισορροπία. Το «κάρβουνοοοο!!!» σήμαινε πως έπεφτε το φως και σκοτείνιαζε η εικόνα στην οθόνη, οπότε ο Βαγγελάκης , έστριβε τον μοχλό για να έρθουν πιο κοντά τα κάρβουνα (δυο αντικριστές ράβδοι άνθρακα που διαρρέονταν με ηλεκτρικό ρεύμα) ώστε να δημιουργηθεί το εκτυφλωτικό ηλεκτρικό φαινόμενο (βολταϊκό τόξο) που έδινε το φως για την προβολή της ταινίας. Αν το κάρβουνο είχε σωθεί, ο Βαγγελάκης διέκοπτε την προβολή για λίγα λεπτά, για να βάλει καινούρια κάρβουνα στη μηχανή. Ακόμα πιο δύσκολα ήταν τα πράγματα όταν κοβόταν η ταινία και τότε έπρεπε ο Βαγγελάκης να βγάλει ΚΑΙ τα δυο κομμάτια της ταινίας να την κολλήσει και να την βάλει ξανά στη θέση της, για να συνεχιστεί η προβολή, κάτω από τις φωνές και τις διαμαρτυρίες των ανυπόμονων θεατών. Αρκετά συχνές ήταν, ακόμα, και οι βλάβες των παλαιών εκείνων μηχανών προβολής και τότε ο Βαγγέλης έπρεπε να βρει τη βλάβη και να την διορθώσει (αν μπορούσε) επί τόπου.

Η δουλειά του μηχανικού προβολής στον κινηματογράφο εκείνης της εποχής ήταν κουραστική σωματικά αλλά, κυρίως, ψυχικά. Οι χειμερινοί σινεμάδες έκαναν τρεις και τέσσερις προβολές καθημερινά (από νωρίς το απόγευμα έως ΚΑΙ τα μεσάνυχτα) και ο μηχανικός προβολής έπρεπε να είναι φυλακισμένος (χειμώνα – καλοκαίρι) μέσα σε ένα στενάχωρο ανθυγιεινό καμαράκι, χωρίς φυσικό φωτισμό και επαρκή αερισμό, μέσα στις ακτινοβολίες, στη θερμότητα, στα αέρια και στο θόρυβο της μηχανής, σε διαρκή ετοιμότητα για να πηγαίνει καλά η προβολή. Για τον Βαγγελάκη όμως , το καμαράκι προβολής ήταν το παλάτι του, αφού ποτέ δεν έβλεπε την ασχολία αυτή σαν δουλειά αλλά σαν όνειρο, σαν μαγεία και σαν κομμάτι της ζωής του.

Εκεί, μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του ο Βαγγέλης Ζαχαρόπουλος, ζώντας ως τα τρίσβαθα της ψυχής του «την απόλυτη ωδή στην 7η τέχνη και την ιερότητα της κινηματογραφικής αίθουσας, ένα συγκινητικό, νοσταλγικό παραμύθι για την ενηλικίωση και τα απωθημένα του παρελθόντος».

Νομίζω (απ’ ό,τι θυμάμαι) πως το πρώτο κινηματογραφικό καμαράκι στο οποίο μπήκε «ετσιθελικά» ο Βαγγελάκης, ήταν στον «ΦΑΡΟ» του Ηλία Καπετανέα. Ο τότε μηχανικός προβολής Γιάννης Αργυρόπουλος αποδέχθηκε σαν βοηθό τον νεαρό Βαγγελάκη και τον μύησε στα μυστικά της προβολής κι ο Βαγγελάκης, μέσα από τη φιλία τους, φαίνεται πως απέκτησε έναν πατέρα που τόσο του έλειπε, ενώ (παράλληλα) μαγευόταν από το σινεμά και τις ταινίες.

Εκτός από τον ΦΑΡΟ ο Βαγγέλης Ζαχαρόπουλος δούλεψε και στο ΦΛΟΡΑΛ αλλά και στο σινεμά «ΑΝΕΣΙΣ», από το 1988 έως το 2001, όταν το σινεμά το δούλευε ο τελευταίος εν ενεργεία κινηματογραφάνθρωπος της Σπάρτης, ο Αλέκος Οικονομάκος, ο οποίος άνοιξε, στη συνέχεια, το CINEMA CENTER, το οποίο σήμερα είναι το μοναδικό σινεμά στη Σπάρτη και στο νομό Λακωνίας.

Το 2001 συνέβη στη Σπάρτη μια κινηματογραφική νεκρανάστασις: Ο Κώστας Ρουμελιώτης, η ζωντανή ιστορία του σινεμά στη Σπάρτη και στη Λακωνία, με πολλές θυσίες και με μοναδικό κίνητρο το μεράκι και την αγάπη του για τον κινηματογράφο και την πόλη του, άνοιξε και πάλι το ιστορικό θερινό σινεμά ΡΟΔΟΝ, δίνοντας στον Βαγγελάκη, την ευκαιρία να συνεχίσει να κάνει αυτό που είχε μάθει και του άρεσε στη ζωή του, να γίνει ο μηχανικός προβολής του αναστημένου πανέμορφου θερινού σινεμά της Σπάρτης «Ρόδον».

Από το 2001 μέχρι το 2011, που έκλεισε το ΡΟΔΟΝ και κατεδαφίστηκε, 10 ολόκληρα καλοκαίρια, η ζωή της Σπάρτης ομόρφαινε με ωραίες ταινίες που επέλεγε ο Κώστας Ρουμελιώτης και ζωντάνευαν στη λευκή οθόνη με τη φροντίδα του Βαγγέλη Ζαχαρόπουλου. Το βραδάκι έπεφτε αργά- αργά, η μηχανή μέσα στο καμαράκι της, ρουθούνιζε σαν ναζιάρικη γατούλα, η φωτεινή δέσμη πεταγόταν ορμητικά από το τετράγωνο μικρό παραθυράκι της καμπίνας προβολής, η βραδιά γέμιζε μαγεία και ομορφιά και ο Βαγγελάκης, καθισμένος στην καρέκλα του εκεί στον εξώστη, πλάι στην καμπίνα, παρακολουθούσε μαζί μας την ταινία.

Σίγουρα, εκείνο το βράδυ του καλοκαιριού του 2011 που το ΡΟΔΟΝ φώτισε για τελευταία φορά την οθόνη του, ο Βαγγελάκης έκλαιγε μέσα του (όπως και ο Κώστας), γιατί μαζί με το ΡΟΔΟΝ έσβηνε οριστικά ένα κομμάτι της ζωής του, το πιο όμορφο και το πιο συναρπαστικό, που κράτησε πάνω από 50 χρόνια.

Χωρίς σινεμά, πια, ο Βαγγελάκης, συνέχισε τη ζωή του στο μεροκάματο, πουλώντας λαχεία στο κέντρο της Σπάρτης, με στέκι του το περίπτερο στη γωνία της alpha bank. Σπίτι, Σπάρτη, δουλειά, πάλι σπίτι, πάλι Σπάρτη, μια παρέα, ένα μεζεδάκι, μια μπίρα, ένα κρασί, ένα «γεια», μια «καλημέρα» … ζωή απλή που πάει να πει «καλή ζωή», ζωή ανθρώπινη, που λίγα ζητά και λέει κι από πάνω «ευχαριστώ» που τα ’χει. Και , βέβαια, δεν παρέλειπε να περάσει από το κατάστημα του Κώστα. Ρουμελιώτη, στον πεζόδρομο Κλεομβρότου, για να πει ένα «γεια» στον Κώστα («μπαμπά» τον αποκαλούσε κι ο Κώστας τον νοιαζόταν σαν παιδί του) και να τον συμβουλευτεί για οτιδήποτε τον απασχολούσε.

Ο Βαγγελάκης ο Ζαχαρόπουλος, μαθημένος από μικρός μέσα στη φτώχεια και στις δυσκολίες, είχε βρει τον τρόπο να ξυπνά κάθε πρωί και να κάνει την κάθε μέρα την ομορφότερη της ζωής του, με πράγματα μικρά, απλά, ανθρώπινα και ταπεινά.

Ώσπου, απρόσμενα, μέσα στη χαρά της μέρας των Χριστουγέννων του 2022, ένα δυνατό αεράκι φύσηξε απότομα κι έσβησε το κερί της ζωής του Βαγγέλη. Κι ο Βαγγελάκης μπήκε, χωρίς εισιτήριο (τιμής ένεκεν), στο ουράνιο «ΣΙΝΕΜΑ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ», για να βλέπει για πάντα τις ταινίες που αγάπησε μαζί και τη ζωή του στη γη. Και … πού ξέρεις; Μπορεί να τρύπωσε και πάλι στο καμαράκι προβολής, έτσι όπως έκανε κάποτε εδώ κάτω, όταν ήταν κοντά μας. Πού ξέρεις;

Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα σου, Βαγγελάκη, φίλε.

Σε ευχαριστούμε που ήσουν μαζί μας και «νοστίμεψες» τη ζωή μας.

Δούλεψε σαν μην έχεις ανάγκη από χρήματα.

Αγάπησε σαν να μην έχεις ποτέ πληγωθεί.

Χόρεψε σαν να μην σε βλέπει κανείς.

Satchel Paige

9-1-2023

Βαγγέλης Μητράκος