Παρουσίαση στην Σπάρτη του μυθιστορήματος του Κωστή Μακρή με τίτλο «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες».

Oι Εκδόσεις Πατάκη προσκαλούν τους πολίτες της Λακωνίας, την ερχόμενη Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου στις 7 το απόγευμα, στο Δημαρχείο Σπάρτης, όπου θα γίνει  η παρουσίαση του βιβλίου του Κωστή Α. Μακρή “Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες”….

…Για το βιβλίο θα μιλήσουν, εκτός από τον συγγραφέα οι :

…Λεωνίδας Γρηγοράκος, καθηγητής Πανεπιστημίου και βουλευτής Λακωνίας,

…Η κα. Ευαγγελία Μπέτα, Φιλόλογος, Υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λακωνίας,

…Ο κ. Γιώργος Ατσαβές, Φιλόλογος. Λογοτέχνης…ενώ…

…Η κα. Αννα Τσοχαντάρη, Θεατροπαιδαγωγός, θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο..

Διαβάστε ενα απόσπασμα από το εκπληκτικό λογοτεχνικό έργο για παιδιά που παρουσιάζεται στην Σπάρτη την Πέμπτη, ένα μυθιστόρημα που αξίζει να προσφέρει κάθε γονιός στα παιδιά του…

Και όπως σχολίασε ο Μάνος Κοντολέων για τον συγγραφέα…

“..Είναι το πρώτο έργο ενός συγγραφέα, που ο ίδιος δεν είναι και τόσο νέος. Αυτό το γεγονός δεν το καταγράφω με διάθεση ληξιαρχική, αλλά γιατί τόσο η ηλικία του συγγραφέα όσο -και κυρίως- η βαθιά παιδεία του φαίνονται ξεκάθαρα μέσα στο έργο.

Παιδεία λογοτεχνική. Όταν ένας ενήλικος αναγνώστης με καλές γνώσεις λογοτεχνίας, διαβάσει τον Πιοζ Νάμε, θα καταλάβει αμέσως πως ο δημιουργός του έχει ουσιαστικά εντρυφήσει σε έργα κλασικά και διαχρονικά.”

Απόσπασμα…

–Έχω μια δουλειά πάνω, είπε η κυρα-Τίνα Μεθέλη και την κοπάνησε αμέσως, σχεδόν τρέχοντας κι αφήνοντας τις δουλειές της στη μέση.

Ήξερε από πείρα ότι τα παιδιά είχαν πέσει σε ναρκοπέδιο και δεν ήθελε να είναι μπροστά όταν θα άρχιζαν οι εκρήξεις. Η Εγομόνη κοίταζε τα παιδιά ένα ένα με βλέμμα κοφτερό και αυστηρό.

Ο Ιμεγός, η Οποσίπα και η Πεσκιάλα κλάσανε μέντες. Θα μπορούσαμε να πούμε «φοβήθηκαν», «τρομοκρατήθηκαν», χέστηκαν από το φόβο τους» ή κάτι άλλο αντίστοιχο. Το «κλάνω μέντες», όμως, το λέγανε τα ίδια τα παιδιά –μαζί και ο Πιοζ Νάμε– όταν ήθελαν να αποδώσουν με απόλυτη ακρίβεια κάποια απερίγραπτα συναισθήματα τρόμου, απόλυτης απειλής και παγίδευσης. Σαν αυτά που τους δημιουργούσε η αμείλικτη ματιά της Εγομόνης. Που έκρυβε μια βαθιά απειλή. Όχι μαλώματος. Ούτε φωνών και βρισιών. Αλλά κάτι πιο φοβερό και παραλυτικό, μαζί με την παγερή και αδυσώπητη απειλή εκδίωξης και απομάκρυνσης από τον παράδεισο της εύνοιάς της. Που θα σήμαινε και τον τερματισμό –για πάντα!– της φιλοξενίας τους στο σπίτι της οδού Πέρα Κότας 8. Κι αυτό ήταν η απόλυτη απειλή για τα τρία παιδιά. Το να τα εξώσουν από τον παράδεισο του λόφου Ελίκωπα. Τα παιδιά κοιτούσαν με ξεραμένο το σάλιο τους την αποτρόπαιη ματιά της Εγομόνης. Η Εγομόνη, βλέποντας τον ανείπωτο τρόμο στα γουρλωμένα μάτια τους, χαμογέλασε. Όχι από κακία. Αλλά γιατί κατάλαβε ότι το είχε παρακάνει. Ήξερε πολύ καλά η Εγομόνη τις εκφραστικές της δυνάμεις και δυνατότητες. Και ήξερε πότε και πώς να τις χρησιμοποιεί.

– Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις, Πεσκιάλα μου; Ρώτησε η Εγομόνη γλυκαίνοντας τη φωνή της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, σαν να ήθελε απλώς να επιβεβαιώσει τις απορίες του κοριτσιού.

Η Πεσκιάλα όμως κατάλαβε πολύ καλά ότι η επανάληψη της ερώτησης θα τους οδηγούσε σε νέες και πιο επικίνδυνες χαράδρες. Και το χαμόγελο της Εγομόνης δε σήμαινε καθόλου ότι ο κίνδυνος είχε περάσει. Κάθε άλλο…

– Τίποτα…, ψέλλισε. Απλώς αναρωτιόμασταν…

– Τι αναρωτιόσασταν πουλάκι μου; Ρώτησε η Εγομόνη με ένα γλυκό αλλά και άκαμπτο ύφος, λες και μιλούσε σε ένα διανοητικά καθυστερημένο που όμως έπρεπε να του επιβάλλει ατσαλένια πειθαρχία.

– Ο Ιμεγός αισθάνθηκε πολύ άσχημα που άφηναν μόνη της την Πεσκιάλα να βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα.

Ξύπνησε ο ήρωας μέσα του κι αποφάσισε να βοηθήσει τη φίλη του.

…]

(Σελ. 334 από «Έχω μια δουλειά πάνω» έως σελ 335 μέχρι το τέλος «…να βοηθήσει τη φίλη του»)