23η Απριλίου.. Τρία χρόνια από το Καστελόριζο και το ΔΝΤ

Εάν οι Έλληνες υποψιάζονταν έστω και τα μισά από αυτά που θα συνέβαιναν τα τρία τελευταία χρόνια και αμέσως μετά την ένταξη της χώρας στο μνημόνιο – έγινε 23η Απριλίου 2010- δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Γιώργος Παπανδρέου θα κατάφερνε να επέστρεφε από το Καστελόριζο, απ’ όπου επέλεξε να ανακοινώσει την πιο καταστροφική, ίσως, πολιτική απόφαση των τελευταίων δεκαετιών.

Την κυβερνητική απόφαση, για συμφωνία με την τρόικα, ώστε να ενταχθεί η Ελλάδα στο λεγόμενο μηχανισμό στήριξης, που θα της επέτρεπε την ομαλή δανειοδότηση, αλλά με επαχθείς όρους και δραματικές συνέπειες.

Είναι δε πολύ πιθανό να μην υποψιάζονταν ούτε ο ίδιος ο κ. Παπανδρέου πού ακριβώς οδηγούσε τη χώρα και πόσο θα του κόστιζε και του ίδιου η μοιραία εκείνη απόφαση. Ανικανότητα ή επιλογή; Εξ ανάγκης απόφαση ή συνειδητή πολιτική κίνηση; Απλή και άδολη αφέλεια ή σχεδιασμένη πρωτοβουλία; Οι απαντήσεις ποικίλουν, αλλά σχεδόν όλοι συμφωνούν, ειδικά τρία χρόνια μετά: Ήταν ένα καθοριστικό λάθος, μία πορεία σε ένα μεγάλο τούνελ, ένας δρόμος με μεγάλο κοινωνικό, οικονομικό, εθνικό και πολιτικό κόστος. Η ελληνική κοινωνία είναι αγνώριστη τρία χρόνια μετά και η οικονομία δεν έχει ακόμη παρουσιάσει σημάδια ανάκαμψης.

Μοιάζει σαν να έχει περάσει αιώνας, αλλά ακόμη δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τι ακριβώς έκρυβε εκείνο το ύφος του κ. Παπανδρέου, αλλά και το όλο σκηνικό, που επιλέχθηκε για να γίνει η μοιραία ανακοίνωση. Συμβόλιζε όντως κάτι η επιλογή του Καστελόριζου ή απλά ήταν μία ανοιξιάτικη επιθυμία του τότε πρωθυπουργού να βρεθεί σε ένα ήρεμο νησί του Αιγαίου για ένα ευχάριστο διήμερο;

Ουδείς, ακόμη και σήμερα, δεν μπορεί να καταλάβει τι προσπαθούσε να πει ο κ. Παπανδρέου με το διάγγελμα, που έμελε να αλλάξει το ρου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ήταν ένα διάγγελμα με γλυκόπικρη γεύση, αδιόρατη ερμηνεία των πραγμάτων και διφορούμενες έννοιες. Εκ των υστέρων προκαλεί μόνο αρνητικά συναισθήματα, που κυμαίνονται από απογοήτευση και οργή, έως έκπληξη για το πόσο εύκολα επιστρατεύουν οι πολιτικοί βαρύγδουπες εκφράσεις, πόσο ελαφριά δίνουν υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα και πόσο εμπορεύονται φρούδες ελπίδες.